Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη απαραίτητη για την υγεία των οστών και των δοντιών. Προάγει την απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου από το έντερο και την εναπόθεσή τους στα οστά. Συμβάλλει στην σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού και νευρικού συστήματος και βοηθά στην πρόληψη διαφόρων χρόνιων και αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη νηπιακή και παιδική ηλικία, καθώς συμβάλλει στη σωστή ανάπτυξη του σκελετού. Οι βασικές μορφές βιταμίνης D είναι η D2 (εργοκαλσιφερόλη) και η D3 (χολεκαλσιφερόλη).

Κύρια φυσική πηγή βιταμίνης D είναι η ενδογενής παραγωγή της από τη χοληστερόλη, μέσω μιας διαδικασίας που ενεργοποιείται από τη δράση της UV B ηλιακής ακτινοβολίας στο δέρμα. Η εποχή του έτους, η ώρα της ημέρας, η νέφωση, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η μελανίνη του δέρματος και τα αντηλιακά αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν την έκθεση σε UV B ακτινοβολία, και κατά συνέπεια τη σύνθεση βιταμίνης D.

Έκθεση στον ήλιο του προσώπου, των χεριών και των ποδιών για 5-30 λεπτά την ημέρα, μεταξύ 10:00-15:00, τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα, χωρίς αντηλιακό, οδηγεί σε σύνθεση επαρκούς ποσότητας βιταμίνης D. Παρά τη σημασία του ήλιου όμως στη σύνθεση της βιταμίνης D, είναι φρόνιμο να περιορίζουμε την έκθεση μας στην ηλιακή ακτινοβολία, καθώς είναι υπεύθυνη για την εμφάνιση καρκίνου του δέρματος, αλλά και για τη φωτογήρανση.

Η βιταμίνη D υπάρχει σε μικρές ποσότητες σε μερικές τροφές, όπως τα λιπαρά ψάρια (ρέγκα, σκουμπρί, σαρδέλες, σολωμός και τόνος), το γάλα, το τυρί, ο κρόκος αυγού, το συκώτι. Μπορεί να προστεθεί όμως τεχνητά σε γαλακτοκομικά προϊόντα, χυμούς και δημητριακά αλλά και να παραχθεί στο εργαστήριο ως συμπλήρωμα διατροφής.

Η βιταμίνη αυτή προλαμβάνει και θεραπεύει την ραχίτιδα. Πρόκειται για μια ασθένεια που προκαλείται από την ανεπάρκεια βιταμίνης  D. Επίσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης και της οστεοπενίας όπως και στις περιπτώσεις υπερπαραθυρεοειδισμού και ατελούς οστεογένεσης (μιας κληρονομικής πάθησης κατά την οποία τα οστά είναι ιδιαίτερα εύθραυστα) και τέλος για να προάγει την καλύτερη απορρόφηση ασβεστίου και τη μείωση της οστικής απώλειας (νεφρική οστεοδυστροφία) σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια.

Σύμφωνα με πολλές μελέτες που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια, η έλλειψη  βιταμίνης D συνδέεται με διάφορες παθήσεις της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση (υπέρταση) και η υψηλή χοληστερόλη, καθώς επίσης και με:

Η βιταμίνη D χρησιμοποιείται επίσης 1) σε δερματικές παθήσεις, όπως: η λεύκη, το σκληρόδερμα, η ψωρίαση και η ακτινική κεράτωση, 2) για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, 3)την πρόληψη αυτοάνοσων νοσημάτων και ορισμένων μορφών καρκίνου. Επειδή εμπλέκεται στη ρύθμιση των επιπέδων των ανόργανων συστατικών, όπως ο φώσφορος και το ασβέστιο, χρησιμοποιείται για παθήσεις που προκαλούνται από χαμηλά επίπεδα αυτών των μετάλλων (φωσφόρου: οικογενή υποφωσφαταιμία και σύνδρομο Fanconi και ασβεστίου: υποπαραθυρεοειδισμός και ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμός).

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι πιο συχνή από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι άνθρωποι που δεν εκτίθενται αρκετά στον ήλιο, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο. Μπορεί να συμβεί ακόμα και σε άτομα που ζουν σε ηλιόλουστα κλίματα, πιθανώς επειδή παραμένουν σε εσωτερικούς χώρους περισσότερο λόγω ζέστης, ή καλύπτονται όσο μπορούν όταν βγαίνουν έξω, για να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του δέρματος.

Οι ηλικιωμένοι έχουν επίσης μεγαλύτερο κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D καθώς περνούν λιγότερο χρόνο στον ήλιο, έχουν μικρότερη ικανότητα σύνθεσης βιταμίνης D, δεν μπορούν να προσλάβουν εύκολα τη βιταμίνη D μέσω της διατροφής τους (επίσης μπορεί να έχουν πρόβλημα απορρόφησης της βιταμίνης D) και μπορεί να έχουν δυσκολία στη μετατροπή της προσλαμβανόμενης βιταμίνης D σε μια χρήσιμη μορφή της, λόγω της γήρανσης των νεφρών. Έτσι, ο κίνδυνος για ανεπάρκεια βιταμίνης D σε άτομα άνω των 65 ετών είναι πολύ υψηλός. Υπολογίζεται ότι το 40% των μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων, ακόμη και σε περιοχές με παρατεταμένη ηλιοφάνεια, δεν έχουν αρκετή βιταμίνη D στον οργανισμό τους.

Έτσι λοιπόν τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορεί να κριθούν απαραίτητα για τους ηλικιωμένους (πάντα σε συνεννόηση με το γιατρό τους!), τα άτομα που ζουν σε βόρεια γεωγραφικά πλάτη, καθώς και για ανθρώπους με σκούρο δέρμα, που χρειάζονται επιπλέον χρόνο στον ήλιο για τη σύνθεση επαρκούς ποσότητας.

Η βιταμίνη D είναι ασφαλής όταν λαμβάνεται από το στόμα ή σε ενέσιμη μορφή στις συνιστώμενες ποσότητες (εώς 4000iu ημερησίως). Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παρουσιάζουν παρενέργειες, εκτός αν υπερβούν τη δοσολογία, κάτι που μπορεί να προκαλέσει υπερβολικά υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Κάποιες πιθανές παρενέργειες από την υπερβολική λήψη βιταμίνης D περιλαμβάνουν αδυναμία, κόπωση, υπνηλία, πονοκέφαλο, απώλεια όρεξης, ξηροστομία, μεταλλική γεύση, ναυτίαεμετό. Προσοχή χρειάζεται σε ορισμένα νοσήματα όπως: νεφρική νόσο, υπερασβεστιαιμία, σαρκοείδωση, φυματίωση, ιστοπλάσμωση, υπερπαραθυρεοειδισμό, λέμφωμα καθώς επίσης κατά την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ενημερώνετε το γιατρό σας προτού πάρετε οποιοδήποτε συμπλήρωμα διατροφής, όπως συμπληρώματα βιταμίνης D.

Γιώτα Ροζάνα 

You May Also Like