Σε μια κοινωνία που αρέσκεται ιδιαίτερα στο να κρίνει, παρά να κρίνεται (μακριά από κάθε είδους αυτοκριτική), καθημερινά γεννιόνται μέσα μας αμφιβολίες. Είναι κάτι μικρά τερατάκια που σιγά-σιγά καταλαμβάνουν μέρος του μυαλού μας και μας ωθούν στην αμφισβήτηση του ίδιου μας του εαυτού. Τότε, πλέον έχουμε να κάνουμε με τα λεγόμενα «κόμπλεξ κατωτερότητας», δηλαδή εμμονικές πεποιθήσεις, αβάσιμες και μη, σχετικά με κάποιο χαρακτηριστικό του ατόμου που κατ’ επέκταση επηρεάζουν άμεσα τη συμπεριφορά του. Όμως, ποιοι είναι οι λόγοι που κανείς αποκτά κόμπλεξ;

Όλα αρχίζουν όταν αναγκαζόμαστε να απομακρυνθούμε από τη μητρική αγκαλιά, απροστάτευτοι για λίγες ώρες και να συμβιώσουμε με άτομα που ως τώρα μας ήταν τελείως άγνωστα (και συνεπώς, δε μας «αγαπάνε»). Στο σχολείο μας μαθαίνουν να λέμε την αλήθεια, μα κανείς δε μας μαθαίνει να μην τη λέμε για πράγματα που δε μας αφορούν ή που δεν ερωτηθήκαμε για αυτά. Όταν ένα παιδί αποκαλεί κάποιο άλλο χοντρό και το κοροϊδεύει για αυτό το λόγο, δυστυχώς, κατά πάσα πιθανότητα είναι όντως χοντρό.

Το κακό με τα πιτσιρίκια είναι πως λένε αυτό που βλέπουν, αλλά δεν αντιλαμβάνονται πόσο μπορεί μια τους κουβέντα να σημαδέψει κάποιο συνομήλικό τους που πράγματι κοιτιέται στον καθρέφτη και βλέπει τα παραπανίσια κιλά του. Φυσικά, μπούλινγκ υφίσταται σε πάρα πολλές μορφές στις συγκεκριμένες ηλικίες, αλλά εστιάζεται στην εξωτερική εμφάνιση του ατόμου, όπως για παράδειγμα στη θηλυπρέπεια, το χρώμα, το ύψος κ.ά. Η αλήθεια είναι αυτή που πονάει (περισσότερο).

Αν κάτι λείπει από τα ζώα σε σχέση με τον άνθρωπο αυτό είναι η νόηση και η ικανότητά του να τη χρησιμοποιεί σωστά. Ίσως η νόηση να είναι και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στους εφήβους και τα παιδιά, αλλιώς το λένε και «ωριμότητα». Συγχωρούμε την ειλικρίνεια των παιδιών, δε συγχωρούμε την αγένεια των μεγαλύτερων, διότι ως έφηβοι έχουμε μεγάλη γλώσσα και ξέρουμε πώς να πληγώνουμε με αυτή. Γινόμαστε οι κακοί του παραμυθιού και σνομπάρουμε τους καλούς μαθητές, γιατί είναι φυτά, τους «κακούς» μαθητές, γιατί κοιμούνται στην τάξη, τους ιδιαίτερες προσωπικότητες, γιατί φέρονται παράξενα όντας απροσπέλαστοι από τους γύρω τους, τους φτωχότερους, γιατί δεν έχουν όσα «θα θέλαμε» να έχουν…

Μου φαίνεται ή το τραβάμε πολύ το σκοινί; Για μένα ο λόγος που γινόμαστε ανάγωγοι, ακόμη και προς τους φίλους μας, είναι η επιθυμία μας να μειώσουμε τον άλλο μπας κ δειχθούμε εμείς, ακριβώς επειδή κάτι ζηλεύουμε από εκείνον (και η άποψη ειδικά του φίλου μετράει). Δίνοντας ένα παράδειγμα, δε θα μιλήσω για τους καλούς μαθητές, όπως είθισται, αλλά για τους «κακούς» μαθητές. Ως καλή μαθήτρια, απαξίωνα τους έχοντες τα πίσω θρανία, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι αυτά τα παιδιά δεν ήξεραν να προδίδουν τους φίλους τους και «ζήλεψα» το δέσιμό τους αυτό, χωρίς ποτέ να μπορώ να γίνω μέλος της παρέας τους.

Οικογένεια… ένα μεγάλο πλήγμα για τη χώρα μας στη δημιουργία κόμπλεξ. Όσο εύστοχα τα καταφέρνει η ελληνική οικογένεια να αναθρέψει σωστούς ανθρώπους, άλλο τόσο ορθά τα καταφέρνει στο να μεταβιβάζει τα συμπλέγματά της στη νέα γενιά ή να τη στρέφει στο αντίθετο άκρο΄ κι αυτό συνήθως πηγάζει από το γεγονός ότι θέλει να παίρνει θέση σε καθετί που αφορά το παιδί, στο ντύσιμό του, το στιλ του μαλλιού του, τον τρόπο ομιλίας του, τη μουσική του… στα πάντα.

Φυσικά και υπάρχει χάσμα γενεών, φυσικά και οι γονείς μας είναι πιο συντηρητικοί, φυσικά και πράγματα που κάνουμε ως παιδιά μπορεί να μην είναι αποδεκτά από εκείνους, όμως είναι της ηλικίας μας να ντυνόμαστε σύμφωνα με τις μόδες της εποχής ίδια σαν πρόβατα, να χρησιμοποιούμε την αργκό, να ακούμε τα άτονα μπιτάκια και πάει λέγοντας. Η γνώμη των γονέων είναι πάντοτε καλοδεχούμενη, ωστόσο κάποιες φορές αναδεικνύει τις αδυναμίες των ίδιων ή δίνει την εντύπωση πως υστερούμε σε κάτι και δεν είμαστε όπως θα μας ήθελαν οι γονείς μας (μα δεν είμαστε οι γονείς μας). Θα ήταν ωφέλιμο τα παιδιά να μην κλείνονται σε στενά πλαίσια, αλλά να αφήνονται ελεύθερα να αναπτύξουν τη δική τους προσωπικότητα και να δείξουν τι είναι πραγματικά μόλις το ανακαλύψουν. Η εφηβεία είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και δε χρειάζεται πίεση, ώστε να μην καταλήγουμε σε απάρνηση της γονεϊκής γνώμης και ακραίες συμπεριφορές. Και βέβαια, συγκρίσεις ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς είναι ανάγκη να αποφεύγονται, διότι καταρχάς δεν υφίσταται ζήτημα ανταγωνισμού και δεύτερον, διότι καταλήγουν σε υποβίβαση του ατόμου.

Για να μη θέτουμε, όμως, συνεχώς τους άλλους στο εδώλιο του κατηγορουμένου, ήρθε η ώρα να αποδεχτούμε ότι μεγαλύτερο φταίξιμο έχουμε εμείς οι ίδιοι για τα συμπλέγματα κατωτερότητας που αισθανόμαστε ανάλογα με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Ντρεπόμαστε για τα ελαττώματά μας και τα κατατάσσουμε στα «άλυτα προβλήματα του αιώνα». Δυστυχώς, δεν εκτιμάμε αυτό που είμαστε. Τότε, πώς περιμένουμε να μας εκτιμήσουν οι άλλοι (!); Το υποσυνείδητό μας γνωρίζει αυτή μας την αδυναμία και την επαυξάνει όσο η κοινωνία αποφασίζει να σταθεί στα μαύρα στίγματα της εμφάνισης και της προσωπικότητάς μας και όσο εμείς δε νιώθουμε περήφανοι για τον εαυτό μας. Σίγουρα δεν είμαστε τέλειοι. Αλλά μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε να βλέπουμε τα προτερήματά μας, ώσπου να τα δουν και οι άλλοι;; Διότι… είμαστε όλοι μας κομπλεξικοί.

StEvy Karlidou

You May Also Like