Αν αγαπάς κάποιον (και δεν εννοώ μόνο το ερωτικό ταίρι, αλλά και κάθε πρόσωπο για το οποίο νιώθουμε θετικά συναισθήματα) δεν αναρωτιέσαι «τι είναι αυτό που το λένε αγάπη»· απλώς το δείχνεις με τις πράξεις σου. Και κάνεις τρία πράγματα: Το ένα είναι η επαφή με το βλέμμα: αυτούς που αγαπούμε θέλουμε να τους κοιτάζουμε στα μάτια και να μας κοιτάζουν κι αυτοί. Το άλλο είναι η επαφή με το σώμα: από την καθημερινή χειραψία μέχρι το ζεστό αγκάλιασμα, έχουμε διάφορους τρόπους να αγγίζουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Το τρίτο είναι η προσφορά: Μας αρέσει να κάνουμε πράγματα γι’ αυτούς που αγαπούμε, και η γκάμα της προσφοράς είναι τεράστια: από το να σκύψουμε να πιάσουμε κάτι που τους έπεσε, μέχρι τα πανάκριβα δώρα  ̶  ακόμη και το νεφρό σου μπορείς να δώσεις σε κάποιον που τον αγαπάς πάρα πολύ.

*Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

Από τις τρεις κινήσεις αγάπης, αυτή που θεμελιώνει ουσιαστικά και τρέφει αποτελεσματικά τις ανθρώπινες σχέσεις είναι η τρίτη, αλλά είναι και αυτή  που μπορεί να τις ταλαιπωρήσει όσο τίποτε άλλο. Αξίζει να δούμε αυτό το θέμα.

Η ικανότητα για αγάπη είναι γραμμένη στα γονίδιά μας, αλλά το πώς εκδηλώνουμε αισθήματα αγάπης είναι κάτι που μαθαίνεται. Τα πρώτα μαθήματα αγάπης ο άνθρωπος τα παίρνει από τη μάνα του με μια «εξαπλή συνέργεια»: αγκαλιά, γάλα, βλέμμα, χάδι, φιλί, φωνή. Αυτές οι ενέργειες της μάνας αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη στο είναι του παιδιού. Όλα να τα ξεχάσει ο άνθρωπος αυτήν την εγγραφή αγάπης δεν την ξεχνάει ποτέ. Της έχει δώσει μάλιστα ένα ξεχωριστό όνομα, και μόνον αυτό μπορεί να θυμηθεί σε στιγμές μεγάλης τρομάρας ή μεγάλου πόνου: «Μάνα μου!»

Πάνω στο πρότυπο της αγάπης που συνδέει μάνα και παιδί χτίζουμε κάθε μας αγάπη. Και εδώ είναι ακριβώς που γεννιούνται τα περισσότερα προβλήματα στις σχέσεις των ανθρώπων: Συμβαίνει συχνά (ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο μας) να δίνουμε αγάπη σαν να ήμασταν θηλάζουσα μητέρα ή  να περιμένουμε αγάπη σαν να ήμασταν θηλάζον βρέφος. Πώς εξηγείται αυτό;

Η λαϊκή σοφία μάς διδάσκει πως  «αν δεν κλάψει το παιδί, δεν του δίνουμε βυζί». Γι’ αυτό, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί μια μάνα όταν κλαίει το μωρό της είναι μήπως πεινά. Και θα δοκιμάσει να το θηλάσει. Ας πούμε ότι η μάνα μάντεψε σωστά, βάζει λοιπόν το παιδί στο μαστό της. Δεν ξέρει όμως (στην αρχή τουλάχιστον) πόσο γάλα πίνει. Και ενδέχεται είτε να εξακολουθεί να του δίνει το στήθος της ενώ έχει χορτάσει, είτε να το βγάλει από το μαστό της ενώ ακόμη πεινάει. Πόσο θα τη βοηθούσε αν το παιδί μπορούσε να της πει με λόγια αν χόρτασε ή όχι! Αλλά το παιδί δε μιλάει ακόμα, και η μάνα αναγκαστικά πρέπει να μαντέψει.

Καθώς αυτή η εμπειρία επαναλαμβάνεται, η μάνα αποκτά τη συνήθεια να μαντεύει τις επιθυμίες του παιδιού της, και πολλές φορές μαντεύει σωστά! Μάλλον πεινά, μάλλον ζεσταίνεται, μάλλον είναι βρεγμένο, μάλλον πονά κλπ., σκέφτεται, και δρα αναλόγως. Πάντοτε με γνώμονα το καλό του παιδιού.

Βέβαια, το παιδί κάποτε αρχίζει να μιλάει, και πολύ σύντομα είναι σε θέση να πει τι ακριβώς θέλει. Όμως, η μάνα (πες από συνήθεια, πες γιατί αυτό τής είναι πιο βολικό) δεν το ρωτά, αλλά εξακολουθεί να μαντεύει τις επιθυμίες του. Κι όχι μόνο όταν το παιδί πηγαίνει στο νηπιαγωγείο, αλλά και αργότερα…

«Μάνα, πάω στον πόλεμο», λέει ο νεαρός, «Ζακέτα να πάρεις», απαντά η μάνα στο γνωστό ανέκδοτο. «Ελληνίδα μάνα» λέμε στην περίπτωση αυτή, αλλά κάνουμε ένα τεράστιο λάθος, διότι αυτό δεν αφορά μόνο τις Ελληνίδες, δεν αφορά μόνο τις μητέρες   ̶   έτσι φερόμαστε οι περισσότεροι άνθρωποι σ’ αυτούς που αγαπούμε: τους δίνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι χρειάζονται, αυτό που πιστεύουμε ότι θα τους αρέσει. Αυτό μπορεί να είναι δικαιολογημένο στην περίπτωση που κάνουμε δώρο σε κάποιον για τη γιορτή του, οπότε και το στοιχείο της έκπληξης μετράει ως μέρος του δώρου. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως η προσφορά θα πιάσει τόπο αν δίνουμε στον άλλον αυτό που θέλει. Αλλά πώς θα το ξέρουμε, αν δεν τον ρωτήσουμε;

Ενδέχεται όμως η απάντησή  του να είναι ένα αίτημα στο οποίο δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε. Γι’ αυτό θα ήταν πιο συνετό να συμπληρώναμε την ερώτησή μας ως εξής: «Πες μου τι θέλεις, και θα κάνω ό,τι μπορώ».

Αλλά και ο άλλος πρέπει να λάβει υπόψη του πως όταν ζητά κάτι, ενδέχεται να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε το αίτημά του εκατό τα εκατό. Θα πρέπει λοιπόν να είναι  διατεθειμένος να συμβιβαστεί με αυτό που μπορούμε να του δώσουμε. Και να μην αρχίσει τη γκρίνια, γιατί κι εμείς άνθρωποι είμαστε και μπορεί να “τσιτωθούμε” και να υπερασπιστούμε την προσφορά μας απαντώντας του με την παροιμία «με τα χείλη που έχω σε φιλώ». Θα πρέπει λοιπόν ο άλλος να είναι διατεθειμένος να αρκεστεί σε όσα μπορούμε να του δώσουμε. Μάλιστα, αν έχει χιούμορ,  όταν του λέμε «Πες μου τι θέλεις, και θα κάνω ό,τι μπορώ», εκείνος μπορεί να απαντήσει:  «Θέλω το τάδε πράγμα, και να με φιλήσεις με τα χείλη που έχεις»!

Συμβαίνει όμως συχνά ο άλλος να μη λέει τι θέλει, αλλά περιμένει να μαντέψουμε την επιθυμία του. Ακριβώς όπως τότε που δεν μιλούσε ακόμη, αλλά η μανούλα είχε εξασκηθεί να μαντεύει τι ήθελε το μωράκι της και του το έδινε, πολλές φορές ακριβώς τη στιγμή που το ήθελε! Αλλά το μωράκι είναι τώρα κοτζάμ άντρας και κοτζάμ γυναίκα, ε μάλλον μπορεί να πει με λόγια τι θέλει… Κι όμως ακούμε συχνά από τέτοιους ανθρώπους το επιχείρημα «αν είναι να το ζητήσω, καλύτερα να λείπει», ιδίως αν αναφέρονται σε πρόσωπα με τα οποία έχουν στενές καθημερινές σχέσεις, και μάλιστα στο ταίρι τους.

Αλλά γιατί δεν κάνουν το ίδιο για το θέμα της θερινής τους άδειας, αφού ο προϊστάμενος/εργοδότης τους ξέρει ότι την δικαιούνται; Προφανώς, επειδή απέναντι του ενεργούν ως ενήλικας προς ενήλικα.

Θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε αν κάναμε το ίδιο σε κάθε περίπτωση στην καθημερινή ζωή μας. Ακόμη κι αν είναι να ζητήσουμε από το ταίρι μας να θυμηθεί ότι σήμερα έχουμε επέτειο γάμου!..

Αλλά τα προβλήματα στα πάρε-δώσε της αγάπης δεν δημιουργούνται μόνο όταν δεν λέμε ξεκάθαρα τι θέλουμε· πολλές φορές τα προβλήματα σχετίζονται και με την υπερβολή ως προς την ποσότητα του αιτήματος: ενδέχεται να ζητούμε περισσότερα από όσα ο άλλος μπορεί να μας δώσει, ή  ̶  αντίθετα  ̶  να του ζητούμε λιγότερα απ’ όσα θέλει να μας δώσει. Οι στάσεις αυτές παριστάνονται πολύ ωραία με δύο λαϊκά τραγουδάκια: «Ένα φιλάκι είναι λίγο πολύ λίγο» τραγουδάει ο “αχόρταγος” της αγάπης, και ζητά «πολλά φιλιά, αμέτρητα, τρελά», ενώ στο άλλο άκρο ο “λιτοδίαιτος” της αγάπης γυρεύει «λίγα ψίχουλα αγάπης», που θα τα πάρει ακόμη κι αν  του τα πετάξουν «όπως πετάνε σ’ ένα σκύλο το ψωμί»!

Τι κάνουμε εμείς, αν είμαστε ο αποδέκτης του αιτήματός τους; Ας φανταστούμε ότι τους έχουμε καλεσμένους σε τραπέζι, και ο ένας να μη χορταίνει με όσα του σερβίρουμε, ενώ ο άλλος μόλις και μετά βίας τα δοκιμάζει. Ως οικοδεσπότες ασφαλώς δεν θα νιώσουμε άνετα, εκτός κι αν μας εξηγήσουν ότι κάποιος ειδικός λόγος υπάρχει γι’ αυτή τη διατροφική τους συμπεριφορά, οπότε κι εμείς θα το σεβαστούμε.  Αν όχι, εμείς θα συνεχίσουμε απλώς να είμαστε ευγενικοί μαζί τους, και θα φροντίσουμε και αυτούς και τους υπόλοιπους καλεσμένους όπως κάνουμε πάντοτε, ως φιλόξενοι οικοδεσπότες που έχουμε μάθει να είμαστε. Για να ευχαριστηθούν το τραπέζι εκείνοι, αλλά να το χαρούμε και εμείς.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι το να πούμε στον άλλον ξεκάθαρα τι θέλουμε και πόσο θέλουμε είναι σίγουρα μια καλή αφετηρία για καλές σχέσεις αγάπης. Το ίδιο σημαντικό είναι και το πώς θα ανταποκριθούμε σε ένα αίτημα. Και τα δύο προϋποθέτουν ότι ενεργούμε ως ενήλικας προς ενήλικα. Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με την ηλικία που γράφει η ταυτότητά μας, αλλά με την ενηλικίωση του μυαλού και της καρδιάς

Όταν ταλαιπωρούνται οι σχέσεις μας, έχουμε πολλά να κερδίσουμε αν αναρωτηθούμε μήπως ή εμείς ή ο άλλος φερόμαστε ως θηλάζουσα μητέρα ή ως θηλάζον βρέφος. Βέβαια, είναι δύσκολο να είναι κανείς ειλικρινής με τον εαυτό του στο θέμα αυτό, γιατί η ειλικρίνεια μπορεί και να “τσούζει”. Αλλά είναι τόσο σημαντικό το κέρδος που αφήνει!  Οπότε…

*Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό:

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης. Το 2014 εκδόθηκε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη το βιβλίο του “Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα”.

neakriti.gr

* Η φωτογραφία πάρθηκε από το neakriti.gr*

You May Also Like